Άρθρο: Ζέττα Γερούλη (fashion editor, artandyou.gr team)
Στο πρόσφατο φεστιβάλ του Εδιμβούργου έλαβε χώρα το θεατρικό έργο προς τιμήν των Cockuettes, ομάδας του drag theater που θαύμαζαν ιδιαίτερα σημαντικοί καλλιτέχνες όπως ο Τζον Λενον και η Λαιζα Μινελι την ίδια εποχή που ο Γκορ Βινταλ την εκμηδένισε με την αξέχαστη φράση: «Η έλλειψη ταλέντου δεν αρκεί».

Κατά τα τέλη της δεκαετίας του 60’ όπου ο ανόμοιος, του sis straight ανθρώπου, προσδιορισμός φύλου και σεξουαλικότητας ήταν συνώνυμο της προσβολής, στο Σαν Φρανσίσκο μέσα σε έναν κινηματογράφο αντικουλτούρας, άνθισε μια ομάδα απαρτιζόμενη από trans άτομα. Χαρακτηριστικό τους ήταν η ιδιαίτερη λατρεία στο glitter, την παρωδία, τα vintage ρούχα, την φαντασμαγορία και τις ουσίες, ενώ μέσω των εκκεντρικών και πρωτόγνωρων για τότε, παραστάσεων τους με έντονους τίτλους όπως το Pearls over Shanghai και το Tinsel Tarts in a Hot Coma, δημιούργησαν ένα ασφαλές περιβάλλον για τα άτομα της queer κοινότητας, που ενέπνευσε τόσο το κοινό της εποχής τους, όσο και τις drag queens μέχρι και σήμερα.

Οι Coc(k)uettes
Η αγάπη της ανάμειξης θυληπρεπούς vintage styling με ακριβά, μοναδικά κοσμήματα, φαντασμαγορικό μακιγιάζ και έντονη τριχοφυΐα χρησιμοποιώντας ως καμβά την διαφορετικότητα των σωματοτύπων τους, ήταν μεγάλο μέρος της υπογραφής τους, η οποία φαίνεται να λατρεύτηκε από σημαντικά ονόματα του χώρου του θέματος. Για παράδειγμα, ο David Bowie εξέφρασε τον ενθουσιασμό του να παρακολουθήσει την παράσταση των Cockettes την πρώτη μόλις φορά που βρέθηκε στο Σαν Φρανσίσκο το 1971 κατά την διάρκεια μιας ραδιοφωνικής του συνέντευξης. Εξίσου ενέπνευσε τον σκηνοθέτη Τζον Γουοτερς καθώς και διάφορες drag queens σε παγκόσμια κλίμακα.
Στο καλοκαιρινό φεστιβάλ του Εδιμβούργου που μας υπενθυμισε την επιρροή των Cockuettes και γενικότερα των μποέμ επαναστατών σε κάθε γωνιά του κόσμου, ανέβηκε το έργο Midnight at the Palace βασισμένο στο βιβλίο Midnight at the Palace: My life as a Fabulous Cockuette της “Sweet” Pam Tent 75 ετών: «Την 1η Ιανουαρίου 1968 έφτασα στο Σαν Φρανσίσκο. Ζούσα με αέρα και LSD”. Τα φανταχτερά έργα των Cockuettes διαδραματίζονταν με την ομάδα υπό την επήρεια ναρκωτικών, με τον Koldewyn να κάνει την διαφορά αρκούμενος σε δύο τσιγάρα. Ωστόσο, οι περιπέτειες δεν έλειπαν όπως την ημέρα που η ομάδα ήπιε ψυχεδελικά παρέα με τον Τζονι Γουιντερ με αποτέλεσμα να οδηγήσουν την Cockuette Michael Heesy ντυμένη ως νύφη του Φράνκενσταιν στο νοσοκομείο λόγω επιληπτικής κρίσης.
Make war not love
Ο Koldewyn μουσικός διευθυντής των Cockuettes, ως ένας σοβαροφανής 79χρονος πλέον, έχοντας βάλει στην άκρη τα φανταχτερά αξεσουάρ, αναλύει σε μια βιντεοκλήση με τους Times πως τον καιρό που αναδύθηκε η ζωηρή ομάδα των Cockuettes, η οποία συνέβη παράλληλα με την εξάπλωση των χίπηδων, γνωστών μεν για την ιδεολογική τους απελευθέρωση, «πετούσαν και ντομάτες από το πίσω μέρος του Safeway» δε. Ταυτόχρονα, προσθέτει: «Ήμασταν μια όαση μέσα στην έρημο. Το 1969 ήμουν στο Golden Gate Park με το κεφάλι μου στην αγκαλιά ενός άντρα όταν ένας χίπις πέρασε από δίπλα και είπε: «τι συμβαίνει, δεν μπορείς να βρεις γυναίκα;» αναφερόμενος στην αποδοχή που δεν έλαβαν, από ένα κίνημα που ζούσε για να φωνάζει «make love not war».

Αξιοσημείωτο ωστόσο είναι πως όλο το κοινωνικοπολιτικό αντίκτυπο που έπεται της ακμής των Cockuettes περί lgbtq+ δικαιωμάτων, δικαίωμα στην ελεύθερη αυτοέκφραση και την άνοδο του drag ως τέχνη, αντί ως αντικείμενο σεξουαλικοποίησης και marketing, εκφράστηκε μέσω της αγάπη της ομάδας για παροδία. Η πολιτική επιρροή ποτέ δεν αποτέλεσε αυτοσκοπό τους, απλώς προέκυψε. Μάλιστα, απέδειξαν πως η ταυτότητα δεν ταυτίζεται με την σεξουαλικότητα, όπως επίσης ούτε το drag με τις σεξουαλικές προτιμήσεις του ατόμου, καθώς ένα από τα μέλη της ομάδας ο Marshall Olds, ο πιο εκκεντρικός και λαμπερός από όλους, ήταν straight. Παράλληλα, σε αντίθεση με το παρόν όπου καθιστά ακόμα taboo στο drag, η ενασχόληση των straight fem γυναικών με αυτό, τότε ήταν κανονικοποιημένο και σύνηθες μέσα στην κοινότητα.
Η καπιταλιστικοποίηση του strass
Η μοναδικότητα, η φαντασμαγορία και η χιουμοριστική αποτύπωση των καταστάσεων στις παραστάσεις, έκανε την λαμπερή ομάδα drag αναγνωρίσιμη σε κοινό υψηλότερης τάξης όπως την σχεδιάστρια μόδας Γκλόρια Βαντερμπιλτ και την αμερικανίδα ηθοποιό Σίλβια Μάιλς. Με αυτόν τον τρόπο, οι Cockuettes άρχισαν να δέχονται στην ομάδα τους ταλέντα που δεν ήξεραν ούτε οι ίδιοι πόσο ψηλά θα έφταναν στο μέλλον, με τον Sylvester να κάνει την πρώτη του οντισιόν το 1970 αφήνοντας στόματα ανοιχτά και την drag star Divine που υποδέχτηκαν το 1971, ούσα προτεινόμενη από τον διάσημο σκηνοθέτη Τζον Γουοτερς του trash κινηματογράφου. Την στιγμή που συνειδητοποίησαν τις ικανότητες τους και την προβολή που είχε λαβει η τέχνη τους, ειδικότερα μετά την πρόταση να μεταφερθεί η παράσταση στη Νέα Υόρκη, ακολούθησε η επιθυμία να αποκομίζουν χρήματα από την ασχολία τους. Από την άλλη πλευρά, ο Hibiscus με την διάθεση να παραμείνει ο χαρακτήρας την ομάδας αντικαπιταλιστικός και κοινοτικός, προκάλεσε διχασμό.
Η αποτυχία της αυτοδημιούργητης αυτοέκφρασης
Αφού οι Cockuettes κατάφεραν να εξαπλώσουν το ταλέντο τους σε μεγάλα ονόματα της τέχνης και την στιγμή που στο κοινό τους βρέθηκαν ο συγγραφέας Τρουμαν μαζί με τον ηθοποιό Ρεξ Ριντ, οι οποίοι αγάπησαν την αυθεντικότητα και την ωμότητα της παράστασης, έγινε πρόταση για μεταφορά της. Από «μεσάνυχτα στο Σαν Φρανσισκο», μεταβλήθηκε σε «νωρίς το βράδυ στην Νέα Υόρκη» στο Anderson Theater στη 2nd Avenue με την Αντι Γουορχολ τον Τζον Λενον και τη Λαιζα Μινελι να δηλώνουν το παρόν στην πρεμιέρα. Ωστόσο, κατόπιν των υπέρμετρων προσδοκιών που είχαν δημιουργηθεί από την άπειρη διαφήμιση, η εκσυγχρονισμένη Νέα Υόρκη αδυνατούσε να διαχειριστεί την υπέρμετρη λατρεία της ομάδας για το styling των 30s και την ανάμειξη έντονου μακιγιάζ με ακόμα πιο έντονη τριχοφυΐα, την μαστούρα των drag queens ενώ έπαιζαν και τον αυτοσχεδιασμό τους λόγω έλλειψης πρόβας ύστερα από μέρες ασταμάτητου partying. Όση αγάπη είχε πάρει η μοναδικότητα των Cockuettes μέχρι τότε, τόση δυσαρέσκεια δημιούργησε η συγκεκριμένη παράσταση. «Ένας κριτικός είπε ότι ήταν χειρότερη από τη Χιροσίμα», αναφέρει ο Koldewyn. «Η ηθοποιός Άντζελα Λάνσπερι τη μίσησε τόσο πολύ, που έκανε εμετό. Το κοινό της Νέας Υόρκης δημιουργούσε την ατμόσφαιρα και ήθελε να μεταφερθεί, αλλά δεν ήταν διατεθειμένο να πάει εκεί που θέλαμε να το πάμε. Θα έπρεπε να τους είχαν αναγκάσει να πάρουν LSD στην είσοδο, για να τους ταρακουνήσει λίγο».

Το παλιό πνεύμα των Cockuettes δεν θα ξεχαστεί*
Η τελευταία παράσταση ανέβηκε το 1973 στη γενέτειρα της φανταχτερής drag ομάδας, σε ένα κτήριο του Σαν Φρανσίσκο που είχε καταλάβει η χριστιανική αίρεση Peoples Temple λίγο καιρό πριν ο ηγέτης της, την μεταφέρει και οδηγήσει περίπου 1000 οπαδούς της σε πράξη μαζικής δολοφονίας/αυτοκτονίας. Ο Hibiscus απεβίωσε το 1982, καθώς ήταν ένα από τα πρώτα θύματα που υπέφεραν από AIDS και ο Sylvester διεθνώς αναγνωρισμένος ως αστέρι της disco πλέον, τον ακολούθησε το 1988. Ο μουσικός διευθυντής των Cockuettes συσπείρωσε ένα συγκρότημα φωνητικής αρμονίας ονόματι Jesters (η λατρεία για παρόδια είναι εμφανής μέχρι και μετά την διάλυση της ομάδας), ενώ η Tent ακολούθησε τον δρόμο της λογιστικής πριν ασχοληθεί με το γράψιμο. «Το παλιό πνεύμα των Cockettes δεν έχει ξεχαστεί», λέει η Tent. «Απλά θάφτηκε για λίγο. Τώρα επέστρεψε και χαίρομαι που το βλέπω». «Η κληρονομιά μας ήταν να δείξουμε ότι η έκφραση του καθενός είναι έγκυρη, ειδικά όταν γίνεται από μια θέση αποδοχής του εαυτού του, και όχι από μια θέση πικρίας», καταλήγει ο Koldewyn.















