Ιωάννης Απέργης: «Κάνω αυτή τη δουλειά για να είμαι ευτυχισμένος»

Share this…

Συνέντευξη: Μαρία Κρασσά (editor, artandyou.gr team)
Φωτογραφίες: Προσωπικό αρχείο Ιωάννη Απέργη


Ο Ιωάννης Απέργης είναι από εκείνους τους ηθοποιούς που καταφέρνουν να ξεχωρίζουν με την αυθεντικότητά τους, την παρουσία τους και την εκφραστική τους δύναμη, κερδίζοντας την καρδιά του κοινού. Αυτό το καλοκαίρι, τον συναντούμε σε δύο θεατρικές παραστάσεις: το «Βότκα Μολότοφ», σε διασκευή της Ελένης Ράντου, και το «Ούτε μπρος, ούτε πίσω», των Θανάση Παπαθανασίου και Μιχάλη Ρέππα. Τον Οκτώβριο, προετοιμάζεται να επιστρέψει στο Θέατρο Λαμπέτη, για δεύτερη χρονιά, με τη μεγάλη επιτυχία «Η ληστεία της Συμφοράς», σε σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, μιλήσαμε για το θέατρο, τη συνεργασία, την ανάγκη για δημιουργία και το τι σημαίνει να μη συμβιβάζεσαι με ό,τι δεν σε εκφράζει.

Μιλήστε μου για το θεατρικό έργο «Βότκα Μολότοφ» και για τον δικό σας ρόλο που υποδύεστε στην παράσταση. Με ποιον τρόπο τον προσεγγίσατε υποκριτικά;
Η παράσταση αυτή πλέον είναι φαινόμενο. Την έχουμε ανεβάσει από το 2023, και την παίζουμε ακόμα. Όπου κι αν πηγαίνουμε σε Ελλάδα και Κύπρο, τα θέατρα είναι γεμάτα. Υπάρχουν πόλεις που έχουμε εμφανιστεί και πέντε φορές, και τις πέντε ήταν sold out. Φέτος το καλοκαίρι, έχουμε προγραμματίσει ακόμα κάποιες παραστάσεις, σε συνδυασμό με την επιθεώρηση των Ρέππα και Παπαθανασίου. Εμένα οι επαναλήψεις δεν μου αρέσουν γενικά στα θεατρικά έργα. Το ιδανικότερο μου είναι μια σεζόν και τέλος, αλλά με την «Βότκα Μολότοφ» είναι μαγικό. Είναι σαν ένα ραντεβού με λατρεμένους φίλους. Στα έντεκα χρόνια που παίζω επαγγελματικά μετά την δραματική σχολή, αυτό δεν μου έχει ξανασυμβεί. Τα ταξίδια μας τα κάναμε σαν εκδρομές σχολείου, τα γέλια μας, τα πειράγματα μας μέσα στο πούλμαν και στο αεροπλάνο, οι βόλτες μας στις πόλεις που πηγαίναμε, στα αρχαία τους, στις παραλίες. Οι σωστοί άνθρωποι στη σωστή στιγμή. Όσον αφορά το έργο, είναι σπονδυλωτό, με σκετσάκια και εξαιρετική αφήγηση από τον υπέροχο Τάσο Χαλκιά. Σε όλα τα σκετσάκια που έχει γράψει ο Τσέχωφ, έχεις να ψάξεις πολλά, είναι βγαλμένα από την ζωή. Προσπάθησα να αναδείξω στην σκηνή την ανθρώπινη πλευρά των ρόλων και μετά τα ελαττώματα τους. Επιχείρησα να δώσω και μια δόση σουρεαλισμού για να κουμπώσει με τους τόσο αληθινούς χαρακτήρες και τα τόσο αληθινά γεγονότα που μας έχει γράψει ο συγγραφέας πολλά χρόνια πριν, τα οποία όμως εξακολουθούν να συμβαίνουν ακόμα και σήμερα. Και όλα αυτά, μέσα από την υπέροχη, διασκευασμένη ματιά της Ελένης Ράντου.

Πώς ήταν η συνεργασία σας με την Ελένη Ράντου και τον Νικορέστη Χανιωτάκη;
Υπέροχη. Είναι και οι δύο ήρεμοι άνθρωποι και ευγενέστατοι, και αυτό για μένα είναι το σημαντικότερο σε αυτή τη δουλεια. Ο Νικορέστης είναι ένας καλλιεργημένος άνθρωπος, με φαντασία, θάρρος και ταλέντο· με σεβασμό σε αυτή τη δουλειά και στους συνεργάτες του. Όλα αυτά τον έχουν φέρει εδώ που είναι. Για την Ελένη Ράντου δεν χρειάζεται να πω κάτι· μιλάει όλη Ελλάδα για εκείνη.
Το έργο έχει κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις. Πιστεύετε ότι τα ζητήματα που θίγει είναι επίκαιρα και σήμερα;
Πολιτικές δε θα το έλεγα, αλλά κοινωνικές, ναι. Εστιάζει πιο πολύ στον άνθρωπο και τα πάθη του, με μια δόση τρέλας εκεί που χρειάζεται. Μας μαθαίνει πως η ζωή είναι ένα λαχείο, αλλά εμείς δεν ξέρουμε πως να το εξαργυρώσουμε. Πιστεύω πως αυτά τα ζητήματα θα είναι επίκαιρα όσο θα υπάρχουν άνθρωποι πάνω στη γη. Ο άνθρωπος, ό,τι κι αν γίνει, όσα χρόνια κι αν περάσουν, τα πάθη του θα παραμένουν τα ίδια.
Τι θα θέλατε να κρατήσει το κοινό φεύγοντας από το θέατρο;
Ωραία ερώτηση. Οι περισσότεροι ηθοποιοί, αν το δούμε εγωιστικά, θα θέλαμε ο κόσμος φεύγοντας να θυμάται εμάς και τις στιγμές γέλιου του έργου. Όμως, δεν είναι έτσι. Προσωπικά, θα ήθελα να μείνουν στο έργο και στον συγγραφέα. Αυτό είναι και το στοίχημα, να υπηρετείς αυτό που σε καλεί το έργο να κάνεις. Να του δώσεις ζωή.

click here

Μας περιγράφετε με λίγα λόγια την υπόθεση της παράστασης «Ούτε μπρος, ούτε πίσω»; Τι σας ενθουσίασε σε αυτό το έργο; 
Ρέππας και Παπαθανασίου· δεν χρειάζεται να πούμε κάτι άλλο. “Οι τελευταίοι των Μοϊκανών”, για μένα. Ο κόσμος δεν το ξέρει, αλλά έχουμε πρόβλημα στην κωμωδία· δεν υπάρχουν νέοι άνθρωποι που να γράφουν. Γι’ αυτό έχουμε τόσα κενά στην τηλεόραση και στο θέατρο, και δεν βγαίνουν πλέον καινούργιες κωμωδίες από το μηδέν. Η παράσταση είναι μια επιθεώρηση, όπως τις παλιές, τις καλές! Οι ηθοποιοί βρίσκονται πάνω στη σκηνή, σε άμεση επαφή με τον κόσμο, μόνοι τους, χωρίς σκηνικά. Χωρίς τίποτα. Εμείς και ο δικανικός λόγος. Όπως στην αρχαία κωμωδία. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο που η επιθεώρηση γεννήθηκε στην Ελλάδα. Τα παιδιά έχουν γράψει έντεκα επιθεωρησιακά σκετσάκια, τα οποία είναι καταπληκτικά. Μιλάνε για όλους και για τα πάντα. Είναι μια ανάλαφρη παράσταση, σχεδόν μιας ώρας και σαράντα λεπτών, που στο τέλος σε κάνει να λες: «Θέλω κι άλλο».
Ποιον ρόλο ερμηνεύετε και τι σας τράβηξε σε αυτόν; 
Επειδή είναι επιθεώρηση, έχω αρκετούς ρόλους και ένα σόλο νούμερο. Είναι όλα τόσο διαφορετικά και αγαπημένα. Όμως, από όλους τους ρόλους και τα σκετσάκια, αγαπώ το νούμερο μου με την Δήμητρα Στογιάννη «Τους Μαθητές». Οι οποίοι δεν ξέρουν τίποτα από ιστορία, και το καταλαβαίνουμε ότι αυτό είναι αλήθεια, όταν ρωτάμε ένα παιδί στο δρόμο: «Το “ΟΧΙ” σε ποιους το είπαμε;» και ακούμε απαντήσεις που είναι στενάχωρες. Κάτι που στη ζωή το θεωρώ τραγικό, σαν να έχει απομακρυνθεί η νεολαία από τη μελέτη γενικότερα, ευτυχώς όχι όλοι. Δεν φταίνε όμως οι μαθητές, φταίει και η πολιτεία, και εμείς οι ίδιοι που δεν δείχνουμε την απόλυτη προσοχή στην παιδεία μας. Είναι μια παράσταση που αλήθεια θα την λατρέψετε, και θα προβληματιστείτε, αλλά κυρίως θα γελάσετε. Έχει “ατακάρες” που λέει και ο λαός.

Ποιο είναι το βασικό μήνυμα που πιστεύετε πως θέλουν να περάσουν οι συγγραφείς μέσα από την παράσταση;
Θα δούμε όλες τις παθογένειες ανάμεσα σε ζευγάρια, τη νεολαία, πεθερές, χήρες, και σε εμάς τους ίδιους, τους πολίτες αυτής της χώρας. Φυσικά, όλα αυτά μέσα από γελοιογραφίες. Ακόμα, θα δούμε αγαπημένες τηλεπερσόνες, γνωστούς και άγνωστους χαρακτήρες πάνω στην σκηνή, και όλο αυτό θα μας θυμίσει εμάς. Πιστεύω το βασικό μήνυμα είναι να δούμε τον εαυτό μας, γιατί τόσα χρόνια τώρα, από πάππου προς πάππου, παραμένουμε ίδιοι.
Μπορεί τελικά μια κωμωδία να μας κάνει να σκεφτούμε σοβαρά πράγματα; Και αν ναι, πώς το καταφέρνει το συγκεκριμένο έργο;
Το καταφέρνει με άμεσο λόγο και απεύθυνση προς το κοινό. Από εκεί και πέρα είναι θέμα του κοινού αν θέλει να το δει ως αναψυχή μόνο ή ως προβληματισμό. Σίγουρα, το έργο σου λέει: «Έτσι είσαι. Μπορείς να αλλάξεις». Τουλάχιστον, εγώ όταν το διάβασα, αυτό ένιωσα. Πέρα από την κωμικότητα του, έχει και μία ωμή αλήθεια μέσα, η οποία φυσικά περνάει διακωμωδώντας το κάθε πρόβλημα, χωρίς να φέρνει τον κόσμο σε δύσκολη θέση.

click here

Η παράσταση ταξιδεύει σε όλη την Ελλάδα. Πώς βιώνετε την εμπειρία της περιοδείας;
Είναι κάτι που μ’ αρέσει. Είναι κουραστική, αλλά αντί να είσαι σε μια δουλειά μέσα σε ένα γραφείο, βρίσκεσαι κάπου αλλού. Μου αρέσει και η επαφή με τον κόσμο της επαρχίας, είναι εκδηλωτικοί, έξω καρδιά, και αυτό το λατρεύω.
«Η ληστεία της Συμφοράς» σημείωσε επιτυχία την πρώτη χρονιά. Πού πιστεύετε ότι οφείλεται η απήχησή της στο κοινό, ώστε να επιστρέψει για δεύτερη σεζόν;
Πιστεύω ότι προσελκύσαμε νεανικό κοινό στο θέατρο Λαμπέτη, και ως έργο ενδείκνυται για όλη την οικογένεια. Είναι μια τρελή κωμωδία, ερχόμενη από την Αγγλία διασκευασμένη για το ελληνικό κοινό. Θεωρώ ότι μπορεί να “βγάλει” δεύτερη σεζόν στην Αθήνα. Προσωπικά, θα προτιμούσα να μην συνεχίσω δεύτερη χρονιά και να κάνω κάτι καινούργιο. Όμως, είναι ωραία συγκυρία να παίζω με φίλους, και θεωρώ ότι θα το πάμε και στη Θεσσαλονίκη. Είναι κρίμα να μην απολαύσει το κοινό της Βόρειας Ελλάδας αυτήν την υπερπαραγωγή.

Τι σας άρεσε αρχικά στο σενάριο της παράστασης και πώς αποφασίσατε να συμμετάσχετε; 
Δεν είναι ότι με τρέλανε το κείμενο, διότι είναι κωμωδία καταστάσεων. Αρχικά, ο ρόλος μου δεν είχε πολλά λόγια. Έβαλα διάφορα δικά μου μέσα, τα οποία ταίριαξαν. Επίσης, γράψαμε και κάνα δυο ρόλους που δεν υπήρχαν, και έτσι, μαζί με τον κύριο ρόλο, δημιουργήθηκαν ακόμη δύο. Ήταν πρόκληση να παίξω σε αυτήν την παράσταση τρεις διαφορετικούς ρόλους, διότι είχε πολλή σωματική άσκηση. Από διευθυντής φυλακών με βαριά στολή του 1950 να γίνεσαι παππούς με γρήγορη αλλαγή ρούχων, και μετά γυναίκα, σε χρόνο ντετέ. Χορός, εναέρια κρεμάσματα με ζώνες και ειδικές μηχανές. Ήταν όλο τρελό. Ίσως αυτός ο βαθμός δυσκολίας με έκανε να δοκιμάσω τα όρια μου, και «είπα το ναι».
Υπάρχει κάποιο αστείο περιστατικό που σας έχει συμβεί επί σκηνής; 
Παρά πολλά συμβαίνουν κατά καιρούς σε όλες τις παραστάσεις. Στο «Σεσουάρ για δολοφόνους», όμως, όπου έκανα τον Τόνυ τον κομμωτή το καλοκαίρι του ‘24, στην περιοδεία μας στον Δήμο Τρικκαίων, σε ανοιχτό θέατρο, είχαμε την σκηνή της ανάκρισης μου με τον Δημήτρη Μακαλιά και υπήρχαν πάρα πολλά τριζόνια τριγύρω. Σε κάποια φάση, γίνεται μια “επίθεση” προς εμάς στην σκηνή, και αυτή τη συνθήκη την κάναμε κομμάτι της παράστασης. Θυμάμαι είχαμε φύγει από το κείμενο για κάνα δεκάλεπτο και αυτοσχεδιάζαμε με τον κόσμο να γελάει. Όσο μιλούσαμε, τα τριζόνια ερχόντουσαν βολίδα στα κεφάλια μας. Ακούγαμε κόσμο να φωνάζει επειδή τους επιτέθηκε τριζόνι· δεν μπορούσαμε από τα γέλια να συνεχίσουμε. Ήταν εμπειριάρα!

click here

Πότε πήρατε την απόφαση να ασχοληθείτε με την υποκριτική;
Όταν δεν έβρισκα νόημα σε καμία άλλη δουλειά, είπα: «Κάτι πρέπει να κάνω. Δεν θέλω να κάνω αυτό που κάνουν οι δικοί μου. Κάθε πρωί τα ίδια. Να ρουτινιάζω». Έπρεπε να κάνω κάτι που θα το αγαπώ με όλο μου το είναι και θα μπορώ είμαι καλός σε αυτό. Μόνο έτσι θα ήμουν ευτυχισμένος. Ξέρετε, στα Βαλκάνια, σε πολλές οικογένειες είναι και λίγο δύσκολο να επαναστατήσεις. Γιατί όσο κι αν νομίζεις ότι ο ομφάλιος λώρος έχει κοπεί, στην ουσία δεν κόβεται. Η οικογένεια έχει μεγάλη επιρροή στις ζωές των νέων. Τελικά, τα κατάφερα και σπούδασα σε δραματική σχολή.
Σε περίπτωση που δεν είχατε ακολουθήσει αυτό το επάγγελμα, ποιο άλλο θα επιλέγατε;
Λόγω της ενασχόλησης μου με την μουσική και των σπουδών μου σε ωδεία, σίγουρα κάτι με το τραγούδι· τραγουδιστής, ίσως και μουσικός.
Έχετε αντιμετωπίσει απογοητεύσεις στην δουλειά σας; Πώς τις διαχειριστήκατε;
Όπως κάθε άνθρωπος, έχω συναντήσει συμπεριφορές ή δύσκολες καταστάσεις· δεν κάθομαι να τις υποστώ. Μιλάω, προστατεύω και προστατεύομαι. Ο χαρακτήρας μου δεν σηκώνει το άδικο. Οι παλιοί λένε: «Να μην μιλάς, να κοιτάς τη δουλειά σου». Εγώ, όμως, κάνω αυτή τη δουλειά για να είμαι ευτυχισμένος, όχι να με απογοητεύουν. Δεν επιτρέπω σε κανέναν και τίποτα να μου χαλάσει το όνειρο και την ψυχική μου υγεία, και φυσικά και των υγιέστατων συναδέλφων μου. Αυτά που ξέρανε πλέον δεν υπάρχουν. Αλλάζουμε σε κάποια θέματα, και αυτό είναι ελπιδοφόρο. Αλλά, να σας πω την αλήθεια μου, για να μπορείς να κερδίσεις τον σεβασμό, να τον διεκδικήσεις ή να τον απαιτήσεις, πρέπει και εσύ να είσαι άριστος στη δουλειά σου, στην προκειμένη περίπτωση διαβασμένος και συναδελφικός. Είναι αυτό που λέει ο λαός: «Μη δίνεις δικαίωμα να σου πουν το οτιδήποτε».

Υπάρχει κάποιος ρόλος που θα θέλατε να δοκιμάσετε στο μέλλον και δεν έχετε ακόμη την ευκαιρία;
Δεν το σκέφτομαι προς το παρόν. Αφήνω τον χρόνο να κάνει τα δικά του. Φυσικά και έχω στόχους. Μακάρι να έρθουν όλα όπως τα έχω στο μυαλό μου, αλλά προς το παρόν, ζω το όνειρο μου, να υπάρχω στον χώρο του θεάτρου. Είμαι ευτυχισμένος που κατάφερα να βγω μόνος μου στην τηλεόραση και στο θέατρο, και δεν χρωστάω τίποτα σε κανέναν. Αυτό το κάνει πιο ωραίο. Κάνει και τους γονείς μου υπερήφανους. Θα ήθελα από δω και πέρα να παίζω μόνο σε έργα ρεπερτορίου· μεγάλα, κλασικά, ξένα και ελληνικά.
Πόσο δύσκολο είναι να ισορροπεί κανείς ανάμεσα σε επαγγελματική και προσωπική ζωή;
Είναι πανεύκολο για μένα, και για την γυναίκα μου, τουλάχιστον. Ωραία η καριέρα, ωραία τα φώτα, αλλά το σημαντικότερο είναι η οικογένεια. Η ζωή σου, μετά τα φώτα.

Ποιο είναι το μεγαλύτερο μάθημα που σας έχει δώσει η υποκριτική μέχρι σήμερα;
Με έχει κάνει καλύτερο άνθρωπο. Παίζοντας τόσους ρόλους, αρχίζω να καταλαβαίνω πώς πρέπει και πώς δεν πρέπει να είμαι.
Εκτός από το θεατρικό έργο «Η ληστεία της Συμφοράς» που θα συνεχιστεί τον Οκτώβριο, υπάρχουν άλλα νέα επαγγελματικά σχέδια για εσάς;
Έχω κάποιες ωραίες ιδέες, που πιστεύω θα τις υλοποιήσω τα επόμενα χρόνια. Θέλω να το πάω στο επόμενο βήμα, δηλαδή σε ό,τι έχει να κάνει με συγγραφή και σκηνοθεσία. Προς το παρόν έχω κλείσει δουλειές έως τον χειμώνα του ‘26 και το καλοκαίρι του ‘27. Θα τις ανακοινώσω όταν έρθει η στιγμή. Μέχρι τότε, έχω δύο περιοδείες. Και καλώ τον κόσμο να στηρίξει τους θιάσους και τους Έλληνες ηθοποιούς αυτό το καλοκαίρι. Και εσείς μας έχετε ανάγκη, αλλά και εμείς. Γιατί χωρίς εσάς, δεν υπάρχει θέατρο.