Tweed και Ελευθερία: Η Αλλαγή που φέρνει η Chanel

Share this…

Άρθρο: Ερμιόνη Κουμαριώτη (δημοσιογράφος)


Εμφανίστηκε αρχικά τη δεκαετία του 1920, όμως καθιερώθηκε αρκετά αργότερα, συμβάλλοντας στην απελευθέρωση της γυναίκας από τους στενούς κορσέδες και τα άβολα ενδύματα της εποχής.

Το 1954 σηματοδότησε την επιστροφή της Coco Chanel στον κόσμο της μόδας, σε ηλικία 71 ετών, ύστερα από πολυετή απουσία που οφειλόταν στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στις 5 Φεβρουαρίου της ίδιας χρονιάς, η εμβληματική σχεδιάστρια παρουσίασε τη νέα της συλλογή, επαναφέροντας το ανανεωμένο ταγιέρ, το οποίο καθιερώθηκε ως βασικό στοιχείο της δημιουργικής της ταυτότητας.

Το συγκεκριμένο σχέδιο δημιουργήθηκε ως αντίδραση στο διάσημο «New Look» του Christian Dior, το οποίο είχε ήδη παρουσιαστεί το 1947 γνωρίζοντας τεράστια επιτυχία, αλλά η Chanel το θεωρούσε περιοριστικό και ξεπερασμένο. Ο Dior επανακαθόρισε τη γυναικεία σιλουέτα, δίνοντας έμφαση στην έντονη θηλυκότητα, τις καμπύλες και τη στενά τονισμένη μέση. Αντίθετα, η Chanel επιδίωκε να απελευθερώσει το γυναικείο σώμα από τέτοιους περιορισμούς.

Η προσέγγισή της αποτέλεσε μια πραγματική αισθητική τομή, με σαφείς επιρροές από την ανδρική ένδυση. Τα ταγιέρ της, και ιδιαίτερα τα σακάκια, ήταν κάτι εντελώς καινοτόμο για την εποχή: διέθεταν χαλαρή, ίσια γραμμή, χωρίς γιακά, ενώ το μαλακό tweed ύφασμα, συνδεδεμένο μέχρι τότε κυρίως με ανδρικά ρούχα εξοχής, αποκτούσε νέα διάσταση. Μέσα από τη δεξιοτεχνία της Chanel, τα ρούχα αυτά συνδύαζαν την άνεση με την κομψότητα, χωρίς να στερούνται τη θηλυκότητα που χαρακτήριζε την υψηλή ραπτική.

Στην ουσία, δημιούργησε ένα ισχυρό σύμβολο γυναικείας χειραφέτησης, μια «στολή» που εξέφραζε τη σύγχρονη, δυναμική και ανεξάρτητη γυναίκα. Το σύνολο μπορούσε να φορεθεί τόσο με φούστα όσο και με παντελόνι, ενώ ο σχεδιασμός του εξασφάλιζε ελευθερία κινήσεων, χωρίς να περιορίζει τους ώμους. Παράλληλα, η προσθήκη τεσσάρων τσεπών επέτρεπε στις γυναίκες να κινούνται με άνεση, έχοντας τα χέρια τους ελεύθερα, χωρίς την ανάγκη τσάντας.

Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι το 1926 παρουσίασε το περίφημο Little Black Dress, ένα λιτό μαύρο φόρεμα που έφτανε λίγο κάτω από το γόνατο και ήταν φτιαγμένο από crepe de chine. Την ίδια περίπου περίοδο εισήγαγε και τις φαρδιές «yachting pants», εμπνευσμένες από τα παντελόνια των γονδολιέρηδων της Βενετίας, τις οποίες πρότεινε να συνδυάζονται με μπλούζες μαρινιέρα. Και οι δύο αυτές δημιουργίες προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις, ανατρέποντας τα αισθητικά πρότυπα της εποχής.

Αρχικά, οι Γάλλοι κριτικοί μόδας αντιμετώπισαν με επιφυλακτικότητα το εμβληματικό jacket, σε αντίθεση με τον αμερικανικό Τύπο και τις γυναίκες στις Ηνωμένες Πολιτείες, που το υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Jackie Kennedy, η οποία υιοθέτησε το tweed ταγιέρ ως προσωπικό της σήμα κατατεθέν, συμβάλλοντας στην καθιέρωσή του ως σύμβολο κύρους.

Η φιλοσοφία της Chanel για τη μόδα ήταν σαφής: «η απλότητα αποτελεί το θεμέλιο της αληθινής κομψότητας». Πρόκειται για μια αντίληψη που επηρέασε πολλούς μεταγενέστερους σχεδιαστές. Τα ρούχα της απευθύνονταν σε γυναίκες δραστήριες, που εργάζονταν και κατείχαν ή επιδίωκαν έναν ουσιαστικό κοινωνικό ρόλο. Ακόμη και στον τομέα των κοσμημάτων, εισήγαγε καινοτομίες, καθιερώνοντας τα faux μπιζού αντί των πολύτιμων λίθων, προβάλλοντας την ιδέα ότι το αληθινό στυλ δεν εξαρτάται από την οικονομική επιφάνεια.

Η σπουδαία δημιουργός συγκαταλέγεται στους κορυφαίους σχεδιαστές μόδας, καθώς όχι μόνο απελευθέρωσε το γυναικείο σώμα από περιορισμούς, αλλά επανακαθόρισε και την έννοια της θηλυκότητας στον 20ό αιώνα. Άλλωστε, η φράση της «Η μόδα περνά, το στυλ μένει» εξακολουθεί να αποτυπώνει τη διαχρονική της επιρροή.